Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shear
01
κουρεύω, κόβω κοντά
to cut someone's hair short using shears or scissors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shear
γ΄ ενικό πρόσωπο
shears
ενεστώτα μετοχή
shearing
απλός αόριστος
sheared
παθητική μετοχή
shorn
02
παραμορφώνονται από δυνάμεις που τείνουν να παράγουν μια τέμνουσα τάση
become deformed by forces tending to produce a shearing strain
03
κουρεύω, κόβω με ψαλίδι
cut or cut through with shears
04
κουρεύω, κλαδεύω
to cut the wool off a sheep or similar animal
Παραδείγματα
Professional workers can shear many sheep in a single day.
Οι επαγγελματίες εργαζόμενοι μπορούν να κουρέψουν πολλά πρόβατα σε μία μόνο ημέρα.
Shear
01
διατμήσεις, παραμόρφωση διάτμησης
(physics) a deformation of an object in which parallel planes remain parallel but are shifted in a direction parallel to themselves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ψαλίδι, γκιλοτίνα
a large edge tool that cuts sheet metal by passing a blade through it
Λεξικό Δέντρο
shearer
shearing
shorn
shear



























