Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shaving foam
01
αφρόξυλο, κρέμα ξυρίσματος
a foamy substance applied to the skin during shaving to provide lubrication and protection for a smoother shave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shaving foams
Παραδείγματα
He rinsed his face with warm water after removing the shaving foam.
Ξέπλυνε το πρόσωπό του με ζεστό νερό αφού αφαίρεσε τον αφρό ξυρίσματος.



























