Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shaped
01
διαμορφωμένος, σε σχήμα
having a particular structure or external form
Παραδείγματα
The key was shaped like a heart, which reminded her of their love.
Το κλειδί είχε το σχήμα καρδιάς, κάτι που της θύμισε την αγάπη τους.
02
διαμορφωμένος, πλασμένος
formed to fit a specific design by modifying the contours of a flexible material through effort or manipulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaped
συγκριτικός βαθμός
more shaped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shaped loaf of bread was perfectly suited for sandwiches.
Το διαμορφωμένο ψωμί ήταν ιδανικό για σάντουιτς.
Λεξικό Δέντρο
unshaped
shaped
shape



























