Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shanty
01
ένα μικρό σπιτάκι, μια απλή καλύβα
a small, simple cottage often constructed from basic materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shanties
Παραδείγματα
The fisherman lived in a wooden shanty by the riverbank.
Ο ψαράς ζούσε σε ένα ξύλινο παράγκα στην όχθη του ποταμού.
02
ναυτικό τραγούδι, τραγούδι εργασίας ναυτικών
a rhythmical song sung by sailors to coordinate labor aboard a ship
Παραδείγματα
The crew sang a shanty while hauling in the ropes.
Το πλήρωμα τραγούδησε ένα ναυτικό τραγούδι ενώ τραβούσε τα σχοινιά.



























