Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shaking
01
κούνημα, τρεμούλα
the act of causing something to move up and down (or back and forth) with quick movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
τρεμούλα, δόνηση
a shaky motion
Λεξικό Δέντρο
shaking
shake



























