beatitude
bea
ˈbiæ
biā
ti
ti
tude
tju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "beatitude"στα αγγλικά

01

μακαριότητα, ευλογία

one of the eight blessings pronounced by Jesus at the beginning of the Sermon on the Mount, each beginning with "Blessed are…" 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beatitudes
Παραδείγματα
The first beatitude is "Blessed are the poor in spirit, for theirs is the kingdom of heaven." 

Η πρώτη μακαρισμός είναι: « Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών. »

02

μακαριότητα, ευτυχία

a state of perfect happiness 
Παραδείγματα
He sat in quiet beatitude, watching the sun rise over the hills. 

Κάθισε σε μια ήσυχη ευδαιμονία, παρακολουθώντας τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από τους λόφους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store