beatific
bea
bi:a
μπηα
ti
ˈtɪ
τι
fic
fɪk
φικ
/biːɐtˈɪfɪk/

Ορισμός και σημασία του "beatific"στα αγγλικά

01

μακάριος, αγγελικός

marked by serene kindness and a radiant purity that resembles or befits an angel or saint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beatific
συγκριτικός βαθμός
more beatific
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her beatific demeanor made her beloved by all.
Η μακαριστή συμπεριφορά της την έκανε αγαπητή από όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store