beatific
bea
ˌbi:ə
μπια
ti
ˈtɪ
τι
fic
fɪk
φικ

Ορισμός και σημασία του "beatific"στα αγγλικά

01

μακάριος, αγγελικός

marked by serene kindness and a radiant purity that resembles or befits an angel or saint 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beatific
συγκριτικός βαθμός
more beatific
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
expression, spirituality, emotion
Παραδείγματα
She gave him a beatific smile that calmed his nerves instantly. 

Του χάρισε ένα μακάριο χαμόγελο που ηρέμησε τα νεύρα του αμέσως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store