beaten
bea
ˈbi
bi
ten
tən
tēn
/bˈiːtən/

Ορισμός και σημασία του "beaten"στα αγγλικά

01

σφυρηλατημένος, χτυπημένος

formed or made thin by hammering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaten
συγκριτικός βαθμός
more beaten
διαβαθμίσιμο
02

ποδοπατημένος, τριμμένος

much trodden and worn smooth or bare

Λεξικό Δέντρο

unbeaten
beaten
beat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store