Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beaten
01
σφυρηλατημένος, χτυπημένος
formed or made thin by hammering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaten
συγκριτικός βαθμός
more beaten
διαβαθμίσιμο
02
ποδοπατημένος, τριμμένος
much trodden and worn smooth or bare
Λεξικό Δέντρο
unbeaten
beaten
beat



























