Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shake off
[phrase form: shake]
01
τινάζω, αποτινάσσω
to physically remove something by shaking
Transitive: to shake off particles or fluids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
shake
ενεστώτας
shake off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shakes off
ενεστώτα μετοχή
shaking off
απλός αόριστος
shook off
παθητική μετοχή
shaken off
Παραδείγματα
The athlete shook off the sweat, ready for the next round.
Ο αθλητής τσάκισε τον ιδρώτα, έτοιμος για τον επόμενο γύρο.
02
απαλλαγώ από, ξεφορτώνομαι
to free oneself from something undesirable or negative, such as limitations, illnesses, etc.
Transitive: to shake off something undesirable
Παραδείγματα
Despite setbacks, she shakes off disappointment and remains optimistic about the future.
Παρά τις αναποδιές, ξεφορτώνεται την απογοήτευση και παραμένει αισιόδοξη για το μέλλον.
03
απαλλαγώ από, ξεφορτώνομαι
to manage to avoid or escape from someone who is following or annoying one
Transitive: to shake off sb
Παραδείγματα
With quick thinking, he shook the annoying telemarketer off by pretending to be busy on another call.
Με γρήγορη σκέψη, απομακρύνθηκε από τον ενοχλητικό τηλεμάρκετερ προσποιούμενος ότι ήταν απασχολημένος σε άλλη κλήση.



























