Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shadowiness
01
σκοτάδι, ημίφως
relative darkness caused by light rays being intercepted by an opaque body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shadowiness
shadowy
shadow



























