sexpot
sex
sɛks
seks
pot
pɒt
pot

Ορισμός και σημασία του "sexpot"στα αγγλικά

01

σεξ μπόμπα, σεξ σύμβολο

someone who is sexually appealing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sexpots
θηλυκό ενικό
sexpot
neutral form
attractive person

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sexpot

sex

+

pot

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store