sex cell
sex
sɛks
σεκσ
cell
sɛl
σελ

Ορισμός και σημασία του "sex cell"στα αγγλικά

01

φυλετικό κύτταρο, γαμέτης

a specialized reproductive cell carrying half the genetic material of an individual 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sex cells

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store