Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sex appeal
01
σεξ απίλ, γόητρο
the quality of being physically attractive
Παραδείγματα
The singer 's performance was full of energy and sex appeal.
Η παράσταση του τραγουδιστή ήταν γεμάτη ενέργεια και σεξαπίλ.



























