sex appeal
sex
ˈsɛks
σεκσ
a
a
α
ppeal
pi:l
πηλ
/sˈɛks ɐpˈiːl/

Ορισμός και σημασία του "sex appeal"στα αγγλικά

01

σεξ απίλ, γόητρο

the quality of being physically attractive
Παραδείγματα
The singer 's performance was full of energy and sex appeal.
Η παράσταση του τραγουδιστή ήταν γεμάτη ενέργεια και σεξαπίλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store