sex appeal
sex
ˈsɛks
seks
a
ə
ē
ppeal
ˌpi:l
pil

Ορισμός και σημασία του "sex appeal"στα αγγλικά

01

σεξ απίλ, γόητρο

the quality of being physically attractive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The actor's sex appeal made him a box‑office favorite. 

Το σεξ απίλ του ηθοποιού τον έκανε αγαπημένο στο box-office.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store