sex
sex
sɛks
seks
rexvexhexex

Ορισμός και σημασία του "sex"στα αγγλικά

01

φύλο

the state of having physical qualities that belong to a male or female 
sex definition and meaning
02

σεξ, σεξουαλική επαφή

the physical activity between individuals involving the sexual organs, done for pleasure or to produce babies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sexes
Παραδείγματα
Comprehensive sex education in schools covers topics like consent, reproductive health, and safe practices. 

Η ολοκληρωμένη σεξουαλική εκπαίδευση στα σχολεία καλύπτει θέματα όπως η συγκατάθεση, η αναπαραγωγική υγεία και οι ασφαλείς πρακτικές.

03

φύλο

the properties that distinguish organisms on the basis of their reproductive roles 
04

σεξ, σεξουαλικότητα

all of the feelings resulting from the urge to gratify sexual impulses 
to sex
01

καθορίζω το φύλο, προσδιορίζω το φύλο

tell the sex (of young chickens) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sex
γ΄ ενικό πρόσωπο
sexes
ενεστώτα μετοχή
sexing
απλός αόριστος
sexed
παθητική μετοχή
sexed
02

ερεθίζω σεξουαλικά, διεγείρω σεξουαλικά

stimulate sexually 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store