Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sex
01
φύλο
the state of having physical qualities that belong to a male or female
02
σεξ, σεξουαλική επαφή
the physical activity between individuals involving the sexual organs, done for pleasure or to produce babies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Books explore cultural and historical aspects of human sex.
Τα βιβλία εξερευνούν τις πολιτιστικές και ιστορικές πτυχές του ανθρώπινου σεξ.
03
φύλο
the properties that distinguish organisms on the basis of their reproductive roles
04
σεξ, σεξουαλικότητα
all of the feelings resulting from the urge to gratify sexual impulses
to sex
01
καθορίζω το φύλο, προσδιορίζω το φύλο
tell the sex (of young chickens)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sex
γ΄ ενικό πρόσωπο
sexes
ενεστώτα μετοχή
sexing
απλός αόριστος
sexed
παθητική μετοχή
sexed
02
ερεθίζω σεξουαλικά, διεγείρω σεξουαλικά
stimulate sexually
Λεξικό Δέντρο
sexism
sexist
sexless
sex



























