Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sewing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She learned sewing from her grandmother, who taught her how to make dresses and quilts.
Έμαθε ράψιμο από τη γιαγιά της, που της έμαθε να φτιάχνει φορέματα και πάπλωμα.
02
έργο ράψιμο, εργασία ράψιμο
a piece of needlework that is currently being worked on
Παραδείγματα
She left her sewing on the table overnight.
Άφησε τη ράψιμό της στο τραπέζι όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oversewing
sewing
sew



























