settler
Pronunciation
/ˈsɛtəɫɝ/, /ˈsɛtɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "settler"στα αγγλικά

01

άποικος, εποίκος

a person who moves to a new area to live and establish a community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
settlers
Παραδείγματα
Conflicts sometimes arose between settlers and local communities.
Μερικές φορές προέκυπταν συγκρούσεις μεταξύ αποίκων και τοπικών κοινοτήτων.
02

λογιστής σε κατάστημα στοιχημάτων, ταμίας σε κατάστημα στοιχημάτων

a clerk in a betting shop who calculates the winnings
03

διαπραγματευτής, μεσολαβητής

a negotiator who settles disputes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store