Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Settler
01
άποικος, εποίκος
a person who moves to a new area to live and establish a community
Παραδείγματα
Conflicts sometimes arose between settlers and local communities.
Μερικές φορές προέκυπταν συγκρούσεις μεταξύ αποίκων και τοπικών κοινοτήτων.
02
λογιστής σε κατάστημα στοιχημάτων, ταμίας σε κατάστημα στοιχημάτων
a clerk in a betting shop who calculates the winnings
03
διαπραγματευτής, μεσολαβητής
a negotiator who settles disputes
Λεξικό Δέντρο
settler
settle



























