Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Settler
01
άποικος, εποίκος
a person who moves to a new area to live and establish a community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
settlers
Παραδείγματα
The first settlers built their homes near the river.
Οι πρώτοι άποικοι έχτισαν τα σπίτια τους κοντά στο ποτάμι.
02
λογιστής σε κατάστημα στοιχημάτων, ταμίας σε κατάστημα στοιχημάτων
a clerk in a betting shop who calculates the winnings
03
διαπραγματευτής, μεσολαβητής
a negotiator who settles disputes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
settler
settle



























