settler
sett
ˈsɛt
set
ler
settersettlor

Ορισμός και σημασία του "settler"στα αγγλικά

01

άποικος, εποίκος

a person who moves to a new area to live and establish a community 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
settlers
Παραδείγματα
The first settlers built their homes near the river. 

Οι πρώτοι άποικοι έχτισαν τα σπίτια τους κοντά στο ποτάμι.

02

λογιστής σε κατάστημα στοιχημάτων, ταμίας σε κατάστημα στοιχημάτων

a clerk in a betting shop who calculates the winnings 
03

διαπραγματευτής, μεσολαβητής

a negotiator who settles disputes 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store