Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bear off
01
απομακρύνω, μετακινώ
to take something or someone away from a place or situation and move them to a different one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bear
ενεστώτας
bear off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bears off
ενεστώτα μετοχή
bearing off
απλός αόριστος
bore off
παθητική μετοχή
borne off
Παραδείγματα
Let 's bear off the old files from the office and store them in the archive.
Ας απαλλαγούμε από τα παλιά αρχεία από το γραφείο και ας τα αποθηκεύσουμε στο αρχείο.
02
αποσύρω, με ασφάλεια φέρνω τα πούλια σπίτι
(in backgammon) to safely bring one's pieces home and out of the game
Παραδείγματα
Let's bear these checkers off and finish the game.
Ας απομακρύνουμε αυτά τα πούλια και ας ολοκληρώσουμε το παιχνίδι.



























