Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set on
01
επιτίθεμαι, εισβάλλω
to attack someone aggressively, either physically or verbally
Transitive: to set on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set on
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets on
ενεστώτα μετοχή
setting on
απλός αόριστος
set on
παθητική μετοχή
set on
Παραδείγματα
The bullies set on the young student after school, causing him great distress.
Οι νταήδες επιτέθηκαν στον νεαρό μαθητή μετά το σχολείο, προκαλώντας του μεγάλη αγωνία.
02
υποκινώ, εξαπολύω
to command an animal to attack another individual or entity
Ditransitive: to set on an animal sb/sth
Παραδείγματα
He set his guard dog on the trespasser, who quickly retreated.
Έβαλε το σκυλί φύλακάς του στον εισβολέα, ο οποίος γρήγορα υποχώρησε.



























