Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set on
[phrase form: set]
01
επιτίθεμαι, εισβάλλω
to attack someone aggressively, either physically or verbally
Transitive: to set on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set on
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets on
ενεστώτα μετοχή
setting on
απλός αόριστος
set on
παθητική μετοχή
set on
Παραδείγματα
When the security guard tried to intervene, the shoplifters turned aggressive and set on him.
Όταν ο φύλακας ασφαλείας προσπάθησε να επέμβει, οι κλέφτες έγιναν επιθετικοί και τον επιτέθηκαν.
02
υποκινώ, εξαπολύω
to command an animal to attack another individual or entity
Ditransitive: to set on an animal sb/sth
Παραδείγματα
The rancher set his loyal herding dog on the wayward sheep, guiding them back to the flock.
Ο κτηνοτρόφος έστειλε το πιστό του τσοπανόσκυλο στα άτακτα πρόβατα, καθοδηγώντας τα πίσω στο κοπάδι.



























