Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set about
[phrase form: set]
01
επιτίθεμαι, εφορμώ
to physically attack someone
Dialect
British
Transitive: to set about sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set about
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets about
ενεστώτα μετοχή
setting about
απλός αόριστος
set about
παθητική μετοχή
set about
Παραδείγματα
The gang set about their rival in a violent altercation.
Η συμμορία επιτέθηκε στον αντίπαλό τους σε ένα βίαιο επεισόδιο.
02
ξεκινώ, επιχειρώ
to start a task, action, or process with determination and inspiration
Transitive: to set about doing sth
Παραδείγματα
The team set about solving the technical issues that had arisen during the project.
Η ομάδα ξεκίνησε να λύνει τα τεχνικά προβλήματα που είχαν προκύψει κατά τη διάρκεια του έργου.



























