Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set about
01
επιτίθεμαι, εφορμώ
to physically attack someone
Dialect
British
Transitive: to set about sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set about
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets about
ενεστώτα μετοχή
setting about
απλός αόριστος
set about
παθητική μετοχή
set about
Παραδείγματα
The bullies set about the weaker student in a bullying incident.
Οι νταήδες επιτέθηκαν στον πιο αδύναμο μαθητή σε ένα περιστατικό εκφοβισμού.
02
ξεκινώ, επιχειρώ
to start a task, action, or process with determination and inspiration
Transitive: to set about doing sth
Παραδείγματα
The community set about restoring the historic building to its former glory.
Η κοινότητα ξεκίνησε την αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου για να το επαναφέρει στην παλιά του δόξα.



























