Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sesamum indicum
01
σησάμι Ινδίας, ανατολικοϊνδικό ετήσιο όρθιο βότανο; πηγή σπόρων σησαμιού ή benniseed και σησαμελαίου
East Indian annual erect herb; source of sesame seed or benniseed and sesame oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sesamum indicums



























