Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sermon
01
κήρυγμα, θρησκευτική ομιλία
a moral or religious speech, usually given during a church service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sermons
02
κήρυγμα, επίπληξη
ethical advice that one gives during a long conversation
Λεξικό Δέντρο
sermonize
sermon



























