serial killer
se
ˈsɪə
σιε
rial
riəl
ριαλ
ki
κι
ller
λα

Ορισμός και σημασία του "serial killer"στα αγγλικά

01

σειριακός δολοφόνος, serial killer

someone who commits a series of murders in a similar pattern 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
serial killers
Παραδείγματα
The police investigated a notorious serial killer. 

Η αστυνομία ερεύνησε έναν κακόφημο σειριακό δολοφόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store