Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Serape
01
σεράπε, μεξικάνικο σάλι
a type of shawl worn as a garment, typically made of wool and often decorated with stripes or other patterns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
serapes



























