Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sequestrate
01
απομονώνω, αποκλείω
to isolate a jury in order to prevent them from talking to other people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sequestrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sequestrates
ενεστώτα μετοχή
sequestrating
απλός αόριστος
sequestrated
παθητική μετοχή
sequestrated
Παραδείγματα
The judge ordered to sequestrate the jury after receiving reports that some members might have been approached by the media.
Ο δικαστής διέταξε να απομονωθεί η κριτική επιτροπή αφού έλαβε αναφορές ότι ορισμένα μέλη μπορεί να είχαν προσεγγιστεί από τα μέσα ενημέρωσης.
02
κατασχώ, απομακρύνω
keep away from others
Λεξικό Δέντρο
sequestration
sequestrate



























