to sequestrate
seq
ˈsi:k
sik
uest
wɪst
vist
rate
ˌreɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "sequestrate"στα αγγλικά

to sequestrate
01

απομονώνω, αποκλείω

to isolate a jury in order to prevent them from talking to other people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sequestrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sequestrates
ενεστώτα μετοχή
sequestrating
απλός αόριστος
sequestrated
παθητική μετοχή
sequestrated
Παραδείγματα
The jury was sequestrated in a hotel to keep them from reading the news about the trial. 

Η κριτική επιτροπή απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο για να μην διαβάζει ειδήσεις για τη δίκη.

02

κατασχώ, απομακρύνω

keep away from others 

Λεξικό Δέντρο

sequestration
sequestrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store