Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sepulture
01
ταφή, κηδεία
the ritual placing of a corpse in a grave
02
τάφος, μνήμα
a chamber that is used as a grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sepultures



























