Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
septic
01
σηπτικός, μολυσμένος
(of a body part or wound) infected by harmful bacteria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most septic
συγκριτικός βαθμός
more septic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor treated the patient’s septic wound with antibiotics.
Ο γιατρός θεράπευε τη σηπτική πληγή του ασθενούς με αντιβιοτικά.
02
σηπτικός, σαθρός
of or relating to or caused by putrefaction
Λεξικό Δέντρο
antiseptic
antiseptic
septic
sepsis



























