Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Separatist
01
αποσχιστικός, υποστηρικτής της ανεξαρτησίας
an advocate of secession or separation from a larger group (such as an established church or a national union)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
separatists
separatist
01
αποσχιστικός, υποστηρικτής της ανεξαρτησίας
advocating for or supporting the separation or independence of a particular group or region from a larger entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government cracked down on separatist activities, fearing the destabilization of the country's unity.
Η κυβέρνηση επέβαλε καταστολή στις αποσχιστικές δραστηριότητες, φοβούμενη την αποσταθεροποίηση της ενότητας της χώρας.
Λεξικό Δέντρο
separatist
separate



























