Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Separateness
01
διαχωρισμός, διαφορά
the quality of being not alike; being distinct or different from that otherwise experienced or known
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
αποσχιστικότητα, πολιτική ανεξαρτησία
political independence
03
χωριστότητα, διάκριση
the state of being several and distinct
Λεξικό Δέντρο
separateness
separate



























