sentinel
sen
ˈsɛn
sen
ti
ti
nel
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "sentinel"στα αγγλικά

01

φρουρός, φύλακας

a person hired to stand guard 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sentinels
Παραδείγματα
The sentinel stood at attention throghout the night.u 

Ο φρουρός παρέμεινε σε εγρήγορση όλη τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store