Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sense organ
01
αισθητήριο όργανο, όργανο αίσθησης
a part of the body that helps someone perceive their surroundings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sense organs



























