sense organ
sense
ˈsɛns
sens
or
ɔ:
aw
gan
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "sense organ"στα αγγλικά

01

αισθητήριο όργανο, όργανο αίσθησης

a part of the body that helps someone perceive their surroundings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sense organs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store