Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sensationalist
01
σουξέ, δημιουργός αισθήσεων
a person who focuses on exaggerating shocking or dramatic details to grab attention or provoke strong emotions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sensationalists
Παραδείγματα
The journalist was criticized for being a sensationalist, emphasizing on shocking headlines rather than factual reporting.
Ο δημοσιογράφος επικρίθηκε για το ότι είναι αισθησιαστής, δίνοντας έμφαση σε σοκαριστικούς τίτλους παρά σε πραγματικές αναφορές.
Λεξικό Δέντρο
sensationalist
sensational



























