Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send out
01
αποστέλλω, διανέμω
to send something to a number of people or places
Transitive: to send out sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends out
ενεστώτα μετοχή
sending out
απλός αόριστος
sent out
παθητική μετοχή
sent out
Παραδείγματα
They sent out newsletters to subscribers to keep them updated on the latest news.
Έστειλαν ενημερωτικά δελτία στους συνδρομητές για να τους ενημερώνουν για τις τελευταίες ειδήσεις.
02
εκπέμπω, διαδίδω
to emit something, such as light, sound, or a signal
Transitive: to send out a wave or signal
Παραδείγματα
The lighthouse sends out a powerful beam of light to guide ships safely.
Ο φάρος εκπέμπει μια ισχυρή δέσμη φωτός για να καθοδηγεί τα πλοία με ασφάλεια.
03
αποστέλλω, παράγω
(of a plant) to begin to grow new parts, such as roots or shoots
Transitive: to send out new offshoot
Παραδείγματα
The tree sends out new branches, providing shade and shelter for the wildlife.
Το δέντρο βγάζει νέα κλαδιά, παρέχοντας σκιά και καταφύγιο για την άγρια ζωή.



























