Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send on
01
αποστέλλω, προωθώ
to forward something, such as a message, package, or information, to the next person or location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send on
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends on
ενεστώτα μετοχή
sending on
απλός αόριστος
sent on
παθητική μετοχή
sent on
Παραδείγματα
I will send on your request to the department manager.
Θα περάσω το αίτημά σας στον υπεύθυνο του τμήματος.



























