Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sell up
[phrase form: sell]
01
εκκαθαρίζω, πουλώ όλα τα υπάρχοντά μου
to dispose of all one's merchandise or possessions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
sell
ενεστώτας
sell up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sells up
ενεστώτα μετοχή
selling up
απλός αόριστος
sold up
παθητική μετοχή
sold up
Παραδείγματα
To fund their new venture, they had to sell up a lot of their assets.
Για να χρηματοδοτήσουν τη νέα τους επιχείρηση, έπρεπε να πουλήσουν πολλά από τα περιουσιακά τους στοιχεία.
02
πουλώ όλα μου, εκκαθαρίζω
to sell one's house or business with the intention of relocating or pursuing a different path
Dialect
British
Παραδείγματα
They sold up their urban apartment to downsize in a quieter neighborhood.
Πούλησαν το αστικό διαμέρισμά τους για να μετακομίσουν σε μια πιο ήσυχη γειτονιά.



























