Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selfishly
01
εγωιστικά
in a way that shows concern only for oneself, often disregarding the needs or feelings of others
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He selfishly kept all the credit for the team's success.
Αυτός εγωιστικά κράτησε όλα τα εύσημα για την επιτυχία της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
unselfishly
selfishly
selfish
self



























