Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acetone
01
ακετόνη, προπανόνη
a colorless, volatile liquid solvent commonly used for removing nail polish and other substances from surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acetones
Λεξικό Δέντρο
acetonic
acetone



























