Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seedless
01
χωρίς σπόρους, απού σπόρων
not containing any seeds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seedless
συγκριτικός βαθμός
more seedless
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fruit, food, botany
Παραδείγματα
I couldn't resist the temptation of buying a bag of seedless tangerines.
Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να αγοράσω ένα σακουλάκι χωρίς κουκούτσια μανταρίνια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seedless
seed



























