Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beans
Παραδείγματα
I like to add beans to my salads for an extra dose of fiber and texture.
Μου αρέσει να προσθέτω φασόλια στις σαλάτες μου για μια επιπλέον δόση φυτικών ινών και υφής.
02
κεφάλι, κολοκύθι
informal terms for a human head
03
φασόλι, κουκί
any of various leguminous plants grown for their edible seeds and pods
04
φασόλι, κουκί
any of various seeds or fruits that are beans or resemble beans
05
μαξιλαράκια, απατά μαξιλαράκια
(plural only) the soft, cushiony pads on a cat's or dog's paws
αργκό
Παραδείγματα
Look at those tiny beans on my kitten's paws!
Κοίτα αυτά τα μικροσκοπικά φασόλια στα πόδια του γατιού μου!
to bean
01
χτυπώ στο κεφάλι, ειδικά με μια ριφθείσα μπάλα μπέιζμπολ
hit on the head, especially with a pitched baseball
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bean
γ΄ ενικό πρόσωπο
beans
ενεστώτα μετοχή
beaning
απλός αόριστος
beaned
παθητική μετοχή
beaned



























