security guard
se
si
cu
ˈkjʊə
kyue
ri
ri
ty
ti
ti
guard
gɑ:d
gaad

Ορισμός και σημασία του "security guard"στα αγγλικά

Security guard
01

φύλακας ασφαλείας, προσωπικό ασφαλείας

someone who protects something such as a building, etc. 
security guard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
security guards
Παραδείγματα
The security guard checked IDs and ensured only authorized personnel entered the building. 

Ο φύλακας ασφαλείας έλεγξε τις ταυτότητες και εξασφάλισε ότι μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό μπήκε στο κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store