second hand
se
ˈsɛ
σε
cond
kənd
κανντ
hand
hænd
χαινντ
/sˈɛkənd hˈand/

Ορισμός και σημασία του "second hand"στα αγγλικά

01

δείκτης δευτερολέπτων, μεταχειρισμένο

the thin, long hand on a clock or watch that indicates the seconds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
second hands
02

μεσάζων

an intermediate person; used in the phrase `at second hand'
second hand
01

μεταχειρισμένο, δεύτερο χέρι

from a previous owner or source
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She prefers to shop second hand to find unique items and reduce waste.
Προτιμά να ψωνίζει μεταχειρισμένα για να βρίσκει μοναδικά αντικείμενα και να μειώνει τα απόβλητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store