Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Second-degree burn
01
έγκαυμα δεύτερου βαθμού, δευτεροβάθμιο έγκαυμα
a burn that affects the first and second layers of the skin and appears red, blistered, and can be swollen and extremely painful
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
second-degree burns



























