Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seasonally
01
εποχικά, με εποχικό τρόπο
in a manner related to or characteristic of a particular season
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The resort experiences a surge in tourism seasonally, with peak visitation during the summer months.
Το θέρετρο βιώνει μια αύξηση στον τουρισμό εποχικά, με την κορύφωση των επισκεπτών κατά τους θερινούς μήνες.
Λεξικό Δέντρο
seasonally
seasonal
season



























