Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seasonally
01
εποχικά, με εποχικό τρόπο
in a manner related to or characteristic of a particular season
Παραδείγματα
Some animals hibernate seasonally, entering a state of dormancy during the colder months.
Μερικά ζώα χειμερινάζουν εποχικά, εισέρχονται σε κατάσταση αδράνειας κατά τους ψυχρότερους μήνες.
Λεξικό Δέντρο
seasonally
seasonal
season



























