Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seasonal worker
01
εποχικός εργαζόμενος, προσωρινός εργαζόμενος
an individual employed temporarily during specific times of the year when demand for labor is higher
Παραδείγματα
Seasonal workers play an essential role in supporting industries that experience peaks in activity during certain times of the year.
Οι εποχικοί εργαζόμενοι παίζουν καίριο ρόλο στην υποστήριξη βιομηχανιών που βιώνουν αιχμές δραστηριότητας κατά ορισμένες εποχές του έτους.



























