Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Season ticket
01
εισιτήριο σεζόν, συνδρομητική κάρτα
a ticket that allows entry to multiple events, games, or transport services during a set period, often at a discounted price
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
season tickets
Παραδείγματα
He proudly showed his season ticket at the concert venue entrance.
Επίδειξε με περηφάνεια το εποχικό του εισιτήριο στην είσοδο του χώρου του συναυλίας.



























