seamed
seamed
simd
simd
sealedsteamedseabedseared

Ορισμός και σημασία του "seamed"στα αγγλικά

01

ραμμένος, με ραφές

having or joined by a seam or seams 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seamed
συγκριτικός βαθμός
more seamed
διαβαθμίσιμο
02

ρυτιδωμένος, σήμανση με βαθιές ρυτίδες

marked with deep wrinkles or lines, often due to aging or wear 
Παραδείγματα
The elderly woman's seamed face reflected a life of hard work. 

Το ρυτιδωμένο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας αντικατόπτριζε μια ζωή σκληρής δουλειάς.

Λεξικό Δέντρο

unseamed
seamed
seam
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store