sealed
Pronunciation
/ˈsiɫd/

Ορισμός και σημασία του "sealed"στα αγγλικά

01

σφραγισμένος, εξασφαλισμένος

securely closed or fastened, typically to prevent access, leakage, or contamination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sealed
συγκριτικός βαθμός
more sealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sealed door prevented unauthorized entry into the room.
Η σφραγισμένη πόρτα απέτρεψε την μη εξουσιοδοτημένη είσοδο στο δωμάτιο.
02

σφραγισμένος, ανεπίστρεπτος

established irrevocably
03

σφραγισμένο, εμπιστευτικό

undisclosed for the time being
04

σφραγισμένος, ανεπίστρεπτος

determined irrevocably
05

σφραγισμένος, στρωμένος

having been paved
06

αδιάβροχο, σφραγισμένο

covered with a waterproof coating
07

επιχρισμένα, καλυμμένα με ασβέστη

(of walls) covered with a coat of plaster

Λεξικό Δέντρο

undersealed
unsealed
sealed
seal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store