Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sealed
01
σφραγισμένος, εξασφαλισμένος
securely closed or fastened, typically to prevent access, leakage, or contamination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sealed
συγκριτικός βαθμός
more sealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sealed door prevented unauthorized entry into the room.
Η σφραγισμένη πόρτα απέτρεψε την μη εξουσιοδοτημένη είσοδο στο δωμάτιο.
02
σφραγισμένος, ανεπίστρεπτος
established irrevocably
03
σφραγισμένο, εμπιστευτικό
undisclosed for the time being
04
σφραγισμένος, ανεπίστρεπτος
determined irrevocably
05
σφραγισμένος, στρωμένος
having been paved
06
αδιάβροχο, σφραγισμένο
covered with a waterproof coating
07
επιχρισμένα, καλυμμένα με ασβέστη
(of walls) covered with a coat of plaster
Λεξικό Δέντρο
undersealed
unsealed
sealed
seal



























