to seal off
seal
si:l
sil
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "seal off"στα αγγλικά

to seal off
01

σφραγίζω, αποστραγγίζω

make tight; secure against leakage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
seal
ενεστώτας
seal off
γ΄ ενικό πρόσωπο
seals off
ενεστώτα μετοχή
sealing off
απλός αόριστος
sealed off
παθητική μετοχή
sealed off
02

σφραγίζω, κλείνω

to close a place or area to prevent people from entering or leaving 
Παραδείγματα
The police had to seal off the area around the crime scene. 

Η αστυνομία έπρεπε να αποκλείσει την περιοχή γύρω από το σκηνικό του εγκλήματος.

03

αποκλείω, σφραγίζω

to block or stop the passage of something 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store