to seal off
Pronunciation
/sˈiːl ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "seal off"στα αγγλικά

to seal off
01

σφραγίζω, αποστραγγίζω

make tight; secure against leakage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
seal
ενεστώτας
seal off
γ΄ ενικό πρόσωπο
seals off
ενεστώτα μετοχή
sealing off
απλός αόριστος
sealed off
παθητική μετοχή
sealed off
02

σφραγίζω, κλείνω

to close a place or area to prevent people from entering or leaving
Παραδείγματα
The authorities quickly sealed off the bridge after the accident.
Οι αρχές έκλεισαν γρήγορα τη γέφυρα μετά το ατύχημα.
03

αποκλείω, σφραγίζω

to block or stop the passage of something
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store