Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seahorse
01
ιππόκαμπος, αλογάκι της θάλασσας
a small marine fish with an upright posture, a horse-like head and a curled tail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seahorses
Παραδείγματα
The aquarium had a tank full of colorful sea horses.
Το ενυδρείο είχε μια δεξαμενή γεμάτη από πολύχρωμους ιππόκαμπους.
02
θαλάσσιος ίππος, odobenus rosmarus
either of two large northern marine mammals having ivory tusks and tough hide over thick blubber
Λεξικό Δέντρο
seahorse
sea
horse



























